ΝΟΣΤΟΣ

Επιστρέφοντας στο πατρικό έπειτα από έξι χρόνια απουσίας αποδεικνύεται μια διόλου εύπεπτη διαδικασία και δε στην γκρίζα μεγαλούπολη. Ο τρόπος ζωής και οι ρυθμοί του δυστυχώς ή ευτυχώς ξεχνιούνται και η εκμάθησή τους από την αρχή ίσως είναι μια πράξη αναγκαιότητας  υπό τη μορφή τελεσίγραφου όταν θέτεις σαν προτεραιότητα την προσαρμογή. Καινούριες συνήθειες επιχειρούν να επιβληθούν στις παλαιότερες για να αφομοιώσουν σε ένα πέπλο ομίχλης ό,τι άφησες πίσω σου, ίσως να μοιάζουν σαν να μη συνέβησαν ποτέ, ίσως πάλι να μετουσιώνονται σ' ένα όνειρο που είχες δει πριν χρόνια, ξύπνησες ιδρωμένος, μα εν τέλει σου ξεγλίστρησε μέσα σε μηχανικές καθημερινές κινήσεις. Άλλωστε, οι αναμνήσεις υπό την επήρεια του χρόνου αποκτούν ονειρική διάσταση, οι λεπτομέρειες πότε τρανταχτές και πότε σχεδόν φαντασιακά θολές σ΄εγκαταλείπουν μετέωρο να αναρωτιέσαι αν τις βίωσες στ΄ αλήθεια. Δεν είμαι βέβαιη. Το μόνο που γνωρίζω είναι πώς πασχίζουμε να θέσουμε ισορροπίες, ώστε να μη χρειαστεί να ζούμε στο παρελθόν αναπολώντας το μάταια. Στην πόλη που σπούδαζα οι αποστάσεις ήταν σύντομες , μέσα σε μισή ώρα βαδίσματος είχες την ευκαιρία να τη διασχίσεις απ' άκρη σ' άκρη. Αυτό ίσως σαν συλλογιστική αφετηρία να μη σημαίνει πολλά, όμως σε μια ύστερη ανάλυση συνεπάγεται μια υγιέστερη καθημερινότητα, όπου μπορούσες να συμπεριλάβεις όσα σε καθιστούν ολοκληρωμένο άνθρωπο μέσα από την υποκειμενική χροιά.  Μακροσκελείς μοναχικοί περίπατοι σε καθημερινή βάση ήταν για μένα αντίδοτο στις ανάκατες  καταιγιστικές σκέψεις, σαν εμβόλιο προξενούσαν περισσότερες, όμως με μια απόκοσμη ιεραρχία ταξινομούσαν και τις ήδη υπάρχουσες.  Οι διαδρομές μου αρχικά ήταν πειραματικές, ωστόσο στην πορεία ανακάλυψα τον εξωτερικό μου θύλακα και όλες οι πορείες συνέκλιναν σε συγκεκριμένο προορισμό, με θέα τη θάλασσα, το βιβλίο ανά χείρας, καθώς και την απαραίτητη συνοδεία μουσικής όταν επιθυμούσα να αποκοπώ από τους αστικούς ήχους. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η μικρή διαφυγή κατέστη η ημερήσια ιδέα της προσμονής σαν μια δίνη, σαν ένα σταθμό, περιγράφοντας τις κινήσεις που προπορεύονται ή ακολουθούν τέμνοντας τη μέρα σε δύο σκέλη. Η σημασία της έγκειται περισσότερο στην αίσθηση ατομικής μα και συναισθηματικής πληρότητας , αυθυπαρξίας. Κινητήρια δύναμη αποτελεί η παρατήρηση με εναλλαγή ανάμεσα στον ενδογενή κι εξωγενή παράγοντα, τη μια στιγμή ατενίζεις την αλληλουχία των σκέψεων και την άλλη ακολουθείς με το βλέμμα ο,τιδήποτε κινείται γύρω ακριβώς όπως οι δύο όψεις ενός νομίσματος. 
 Ξαφνικά, με την ταχύτητα ενός βλεφαρίσματος τα χρόνια έχουν περάσει, εξαντλήθηκαν, το μαγευτικό τοπίο χάθηκε από το οπτικό σου πεδίο, είχε έρθει η ώρα  της επιστροφής. Να που όμως είσαι πια ένας ξένος. Παρατηρείς τη γενέτειρά σου με το καθάριο  ανανεωμένο βλέμμα ενός άλλου αγνώστου και την αποστασιοποίηση της αποκοπής. Δεν είσαι πλέον παιδί αυτής της τσιμεντούπολης, έπαψες προ πολλού να της ανήκεις. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη αυτά τα πυρακτωμένα ηλιοβασιλέματα να μας υπενθυμίζουν πως ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό.


Η επιστροφή στην πόλη έμοιαζε σχεδόν δυσβάσταχτη
για όσους τόλμησαν να ξηλώσουν την ετικέτα της ανωνυμίας της.
Περιπλανιόμασταν στους πολύβουους δρόμους
γνωρίζοντας πως η λήθη δε θα άντεχε να σταθεί για πολύ συνοδοιπόρος μας.
Το μονοπάτι σου πάντοτε θα σκόνταφτε σε κάποιο τραμπαλιζόμενο περιστέρι
ή σε ξεχασμένα απορρίμματα από αδιάφορους διαβάτες.
Κι όμως, πόσο μ' άρεσε να χαϊδεύω σκονισμένα παλίμψηστα σ' ερειπωμένους τοίχους.
Αυτά τα χάρτινα μωσαϊκά κατήργησαν τα σύνορα του χρόνου.
Ξάφνου, σ' ένα έργο τέχνης εμποτισμένο από τυχαιότητα μάλλον
σε παραμορφωμένα πρόσωπα συναρμολογημένα απ' τις στρώσεις
ξεφλουδίζαμε το ιστορικό μιας φρενήρους αστικής καθημερινότητας.
Να λοιπόν τ' ατημέλητα ντουβάρια μας διχασμένα ανάμεσα σε τσιμέντο και χαρτί.
Έπειτα, απελπιζόσουν μέχρι ν' αντικρίσεις την προχειρογραμμένη καλημέρα ενός μοναχικού παιδιού
που χάριζε απλόχερα ό,τι δεν πρόφτασε ν' ακούσει.
Μα στο τέλος προτίμησες να σκύβεις το κεφάλι
μπας και ξεχάσεις όσα έβλεπες.
Στα λεωφορεία πάλι, παρακολουθούσαμε τ' αμάξια να μας προσπερνούν ανελέητα
σαν επίγειοι αστερισμοί που γεννιούνταν μέσα απ' τους καθρέφτες
ίσα ίσα για να μας θυμίζουν ότι είναι μακρινά κι απρόσιτα.
Και τα ακροδάχτυλα κροτάλιζαν ανυπόμονα πάνω στα περβάζια των παραθύρων
ξορκίζοντας δήθεν την ώρα, που αρέσκεται να ψεύδεται πως ξέχασε ολότελα να φύγει.
Θυμάσαι που λέγαμε πως ο χρόνος είναι η μόνη ασθένεια
που παρέδιδε ενίοτε οικειοθελώς τον εαυτό της ως κίβδηλη θεραπεία;

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις