ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ

 Πόσες και πόσες φορές σαν παιδιά ή έφηβοι δεν αναμέναμε ωσάν θαλασσοδαρμένη περιπέτεια ένα ασήμαντο ταξίδι με το καράβι. Τη χέρσα γη την είχαμε ήδη κατακτήσει τρέχοντας ανέμελα με τα ακούραστα σκανταλιάρικα πόδια μας, που ακόρεστα διψούσαν για το πιο πέρα. Όμως, το πιο πέρα σχεδόν πάντα περιπαικτικά κατέληγε στη θάλασσα κι εκεί η ανόητη κυριαρχία μας λάμβανε τέλος, ανταμώνοντας αχαρτογράφητα λημέρια. Το διερευνητικό πόδι σκόνταφτε στο όριο απορημένο , λες και περιπλεκόταν σε αφανές εμπόδιο που του σφράγιζε το δρόμο προς τη γνώση.  Η θάλασσα αποτελεί το άβατο όριο, έναν ανεξερεύνητο κόσμο που μόνο μέσα από το κολύμπι, τη γεύση των ψαριών ή τα κοχύλια που ξεβράζονταν την ακτή ψιθυρίζοντας κυματισμούς σαν έμπειροι παραμυθάδες  μας επιτρεπόταν να αναγνώσουμε κάτι από τα μυστικά του.  Άλλοτε, παρατηρούσαμε τα βράχια χρόνια να σμιλεύονται από το ορμητικό της άγγιγμα, μα δεν την αντέχαμε τόση εξουσία. Για αυτό πάντα αγαπούσαμε ν΄ αγναντεύουμε το πέλαγος με περισσή δόση μελαγχολίας,ίσως επειδή οι λογισμοί μας ήταν το μόνο που δεχόταν να κουβαλήσει αλώβητο ως κάποια μακρινή όχθη κι εν μέρει γιατί η σκέψη μας ήταν η μόνη μορφή ευγενικής επιβολής που διαθέταμε.
  Διασχίζοντας τις θαλάσσιες αποστάσεις ακόμη και μέσα από τη ματιά ενός ενήλικα που απομυθοποίησε πια τις τρικλοποδιές των φυσικών ορίων, έτρεφα πάντοτε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα καταστρώματα των πλοίων, όχι μόνο σαν το υπόβαθρο που συντόνιζε απόλυτα βιωματικά τις αισθήσεις μας με την τρέχουσα διαδρομή, αλλά επίσης σαν πυκνωτή σκέψεων και βλεμμάτων των επιβατών μιας διαδρομής που δε θα υπάρξει ξανά με την ίδια σύσταση.
Κάπου μεσοπέλαγα και κόντρα στον άνεμο 
μάθαμε να συναρμόζουμε το Ιόνιο 
γύρω από κάγκελα πασαλειμμένα με καραβίσια αλμύρα.
Τα βλέμματα όλο και ξεμάκραιναν διψασμένα
αναζητώντας μια δυσδιάκριτη ακόμη πατρίδα για να αράξουν.
Κι ο αέρας αντιπάλευε πάλι να νικήσει τη βαρύτητα 
στους λυγερούς βοστρύχους.
Μα το πλοίο συνεχώς ξαλάφρωνε 
λες και οι καημοί που γλιστρούσαν μέσ' στα κύματα
ήταν βαρύτεροι από εμάς τους ίδιους.
Ύστερα, ποδοβολητά, γέλια, λέξεις και το θρόισμα των σελίδων 
που νόμισες πως άκουσες κάποτε στη διαδρομή
είχαν φτάσει ήδη στην αφετηρία
για να ειδοποιήσουν αυτούς που εγκαταλείψαμε
για όσα απέμειναν απ' τους παλιούς εαυτούς μας.
Αν έβρεξε, ήταν για να ξεπλύνει όσα μας καταλόγισε η συνύπαρξη
λόγια  ατελεύτητα που κουβαλήσαμε 
ως σαθρούς καρπούς μιας ζήσης αλόγιστα άδικης.
Όταν πια κάθε εξομολόγηση κυοφορήθηκε σε μια σταγόνα
σιγουρευτήκαμε καθώς άγγιζε τη θάλασσα
πως θα θαφτεί μεσ' στους δικούς της ψιθύρους.
Έπειτα, πόσες βραδιές δεν αναρωτήθηκα
γιατί ο άνεμος σε σπρώχνει εκεί απ΄όπου έφυγες.
Λες και δεν πόθησε ποτέ να σε στηρίξει σε ταξίδια μακρινά.
Μήπως εκείνο το μουσκεμένο σκαρί σ' άρπαξε
με τη βία μιας ακαθόριστης απόφασης;
Ρώτα την Περσεφόνη να σου πει για αρπαγές
που ευχήθηκες στης απελπισίας τα στεγανά.
Όμως, καθώς ζηλόφθονη φύση ο άνεμος δε διεκδίκησε ποτέ του
το μόνο που θέλησε ήταν
ν' ανταμώσει ένα διαβατάρικο βλέμμα σου
με την αποχαιρετιστήρια εικόνα ενός τόπου
που όλο και τυλιγόταν στην ασάφεια.
Το σκοτάδι καταβρόχθισε τα πάντα στο διάβα του.
Μόνο η σελήνη εντύπωνε άδολα τα ίχνη της
στα μαλλιά των χρόνιων παρατηρητών της.
Και οι αυλακιες στα βλέφαρα 
που έσκαψαν τα χρόνια έκλεβαν κάτι από την κραση της ίδιας της σελήνης. 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις